“Διά πίστεως περιπατοῦμεν...”.

 

Εἶμαι ὑποχρεωμένος νά ὑπογραμμίσω, πώς οἱ σύγχρονοί μου, ἐντελῶς αὐθαίρετα, κάνουν ἁπλούστευση καί ἀκύρωση τῶν δεξιοτήτων τῆς ὕπαρξής μας. Παγώνουν τή λειτουργικότητα τοῦ πνεύματος. Καί μηχανοποιοῦν τή ζωή. Δίνουν προτεραιότητα στόν “ὀρθό λόγο” καί στήν προσωπική ἐμπειρία. Καί καταργοῦν τή διεισδυτική ἱκανότητα τῆς πίστης. Πού ἀνοίγει ὁρίζοντες ἐμπειρίας καί γνώσης. Πού ἀνιχνεύει τά μυστικά φιόρδ τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας καί τά τυπώματα τῆς παρουσίας καί τῆς πορείας τοῦ ἀπρόσιτου Θεοῦ μέσα στήν ἱστορία. Λησμονοῦν, ἤ διαγράφουν τήν ἀπαραβίαστη ἀλήθεια καί πρακτική, ὅτι ἡ πίστη ἔχει τό προβάδισμα στήν ἐξέλιξη καί τήν ὁλοκλήρωσή μας. ῎Οχι μόνο κατά τό βύθισμά μας στήν ὑπέρ αἴσθηση καί ὑπέρ λόγο ὑπέρτατη θεϊκή Παρουσία. ᾿Αλλά καί κατά τό βηματισμό μας στό ἱστορικό μονοπάτι. Στόν ὑλικό περίγυρο, στόν ὁποῖο φυτεύουμε τό μόχθο μας καί τό δάκρυ μας καί καρπούμαστε τή θεωρητική γνώση μας καί τήν ἄμεση ἐμπειρία μας.

῞Ενας ἀπό τούς ἀξιολογότατους Χριστιανούς συγγραφεῖς, ὁ Κλήμης ὁ ᾿Αλεξανδρεύς, ἐπικαλεῖται τή γνώμη τοῦ ᾿Αριστοτέλη στό μεγάλο θέμα, στή σχέση τῆς πίστης μέ τή μάθηση καί μέ τήν ἀνάπτυξη τῆς προσωπικότητας:

“᾿Αριστοτέλης δέ τό ἑπόμενον τῇ ἐπιστήμῃ κρῖμα, ὡς ἀληθές τόδε τι, πίστιν εἶναί φησι. κυριώτερον οὖν τῆς ἐπιστήμης ἡ πίστις καί ἔστιν αὐτῆς κριτήριον... ᾿Επειδή δέ ὁρῶμεν (ὅτι) ὁ τέκτων (ὅτι) μαθών τινά τεχνίτης γίνεται καί ὁ κυβερνήτης παιδευθείς τήν τέχνην κυβερνᾶν δυνήσετι, οὐκ ἀπαρκεῖν λογιζόμενος τό βούλεσθαι καλόν γενέσθαι κἀγαθόν, ἀνάγκη ἄρα πειθόμενον μαθεῖν· τό δέ πείθεσθαι τῷ λόγῳ, ὅν διδάσκαλον ἀνηγορεύσαμεν, αὐτῷ ἐκείνῳ πιστεῦσαί ἐστι κατ᾿ οὐδέν ἀντιβαίνοντα. πῶς γάρ οἷόν τε ἀντεφίστασθαι τῶ Θεῷ; πιστή τοίνυν ἡ γνῶσις, γνωστή δέ ἡ πίστις θείᾳ τινί ἀκολουθίᾳ τε καί ἀντακολουθίᾳ γίνεται” (Κλήμεντος ᾿Αλεξανδρέως· Στρωματεῖς Β΄ ΙΦ, Β.Ε.Π. τ. 7, σ. 312, 313).

῾Ο ᾿Αριστοτέλης λέει, πώς, στήν πραγματικότητα, τό συμπέ-ρασμα ἤ ἡ θεωρία, πού ἀκολουθεῖ τήν ἐπιστημονική διερεύνηση, εἶναι πίστη. Τό σημαντικότερο, λοιπόν, ἀπό τήν ἐπιστήμη εἶναι ἡ πίστη. Καί αὐτή ἡ πίστη εἶναι τό κριτήριο τῆς ἀληθινῆς ἐπιστήμης... Βλέπουμε, πώς ὁ οἰκοδόμος, μαθαίνοντας κάποια πράγματα, γίνεται τεχνίτης καί ὁ κυβερνήτης, ἀφοῦ ἐκπαιδευτεῖ στήν τέχνη τῆς κυβερνητικῆς, μπορεῖ νά κυβερνήσει. Αὐτό σημαίνει, πώς δέν ἀρκεῖ μόνη ἡ θέληση, γιά νά γίνει κάποιος καλός καί ἀγαθός. ᾿Αλλά εἶναι ἀνάγκη νά πειστεῖ ἀπό τή διδασκαλία, πού ἀκούει καί νά μάθει. Τό νά πειστεῖ δέ στό λόγο, πού ἐμεῖς τόν ἀναγορεύσαμε σέ δάσκαλο, δέ σημαίνει ἄλλο πράγμα, παρά νά πιστέψει, πώς δέν ἀντιβαίνει σέ τίποτα. Πῶς, λοιπόν, νά ἀντισταθεῖ κανείς στό Θεό; ῾Η γνώση εἶναι “πειστή”, ἀντικείμενο καί περιεχόμενο πίστης. Καί ἡ πίστη, μέ μιά θεϊκή παρέμβαση καί ἀντίστοιχη ἀνθρώπινη συνέπεια, γίνεται γνώση.

῾Η συνακολουθία τῆς πίστης μέ τή γνώση καί μέ τίς ἐμπειρίες, πού ἐμπλουτίζουν καί καταξιώνουν τήν προσωπικότητα, εἶναι ἀξίωμα ζωῆς, πού δέ μποροῦν, οὔτε δικαιοῦνται νά τό ἀγνοήσουν ὁ ὀρθολογισμός καί ὁ θετικισμός τῆς νεωτερικότητας.    

“Πίστει γάρ πάντα, τά τε ἀνθρώπινα, τά τε πνευματικά συνίστανται. Οὔτε γάρ γεωργός ἐκτός πίστεως τέμνει γῆς αὔλακα· οὐκ ἔμπορος μικρῷ ξύλῳ τήν ἑαυτοῦ ψυχήν τῷ μαινομένῳ τῆς θαλάσσης πελάγει παραδίδωσιν· οὐ γάμοι συνίστανται, οὐκ ἄλλο τι τῶν ἐν τῷ βίῳ. Πίστει νοοῦμεν ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι τά πάντα τῇ τοῦ Θεοῦ δυνάμει παρῆχθαι· πάντα τά τε θεῖα καί τά ἀνθρώπινα πίστει κατορθοῦμεν. Πίστις δέ ἐστιν ἀπολυπραγμόνητος συγκατάθεσις” (᾿Ιωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ· ῎Εκδοσις ἀκριβής τῆς ᾿Ορθοδόξου πίστεως Α΄, Migne, τ. 94, στ. 1128).

῞Ολα ὅσα ἔχουν σχέση μέ τήν ὕπαρξή μας καί τά ἀνθρώπινα καί τά πνευματικά, ἐνεργοποιοῦνται μέ τήν πίστη. Οὔτε ὁ γεωργός σκάβει αὐλάκι στή γῆ, δίχως τήν πίστη. Οὔτε ὁ ἔμπορος, χρησιμοποιώντας μιά μικρή ξύλινη βάρκα, παραδίδει τή ζωή του στήν ἀφρισμένη θάλασσα δίχως πίστη. Οὔτε γάμοι γίνονται χωρίς τήν πίστη. Οὔτε ὅ,τιδήποτε ἄλλο, πού ἔχει σχέση μέ τή ζωή μας. Μέ τήν πίστη μας “νοοῦμε” ὅτι ὅλα ἔχουν παραχθεῖ, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη. ῞Ολα καί τά θεϊκά καί τά ἀνθρώπινα τά πετυχαίνουμε μέ τήν πίστη. ῾Η δέ πίστη εἶναι συγκατάθεση τῆς ψυχῆς, δίχως πολυπραγμοσύνη.     

Ποιός ἀπό μᾶς δέν κινητοποίησε τήν ἀνεκτίμητη αὐτή δύναμη τῆς ψυχῆς; Ποιός δέν κατάθεσε τό παράβολο τῆς πίστης του, πρίν εἰσπράξει τήν πατρική φροντίδα καί τή μητρική στοργή; Ποιός δέν ἀπόθεσε, μέ πίστη καί μέ ζωηρή τήν ἐλπίδα, τή λαχτάρα του γιά γνώση καί γιά στενότερη ἤ εὐρύτερη παιδεία στά ἐξιδανικευμένα καί σεβαστά πρόσωπα τῶν δασκάλων του; ᾿Από τή στιγμή, πού νοιώσαμε τόν ἑαυτό μας, ἀπό τά πρῶτα συνειδητά βήματα τῆς ἀνάπτυξής μας καί τῆς μετοχῆς στούς προβληματισμούς τῆς ζωῆς καί στά ἐπιτεύγματα τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισμοῦ, περπατοῦμε μέ τήν κεραία τῆς πίστης ἁπλωμένη καί εὐαισθητοποιημένη. ᾿Εμπιστευόμαστε στή γνώση καί στήν ἐμπειρία τῶν μυημένων στήν ἐπιστήμη καί στήν τεχνολογία καί θησαυρίζουμε μέσα μας τή γνώση τους καί τήν ἐμπειρία τους. Μαθητεύουμε στούς ἀγῶνες τῶν ἡγετικῶν στελεχῶν τῆς ἀνθρωπότητας καί, ἐμπλουτισμένοι, πιάνουμε στό χέρι τόν κάλαμο, γιά νά γράψουμε τό προσωπικό μας κεφάλαιο στήν παγκόσμια ἱστορία. Πιστεύουμε, ἐμπιστευόμαστε καί προχωροῦμε. Προελαύνουμε σέ γνώση καί σέ ἐμπειρία καί ἀξιοποιοῦμε, μέ περισσότερη τόλμη, τήν πίστη μας.

Ο ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ
ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

 Σύνδεσμος ἄρθρου: https://www.attikisnikodimos.gr/9-arthro/386-dia-pisteos-peripatoymen.html

← Ἐπιστροφή

Πηγή: www.attikisnikodimos.gr

Αττικής Νικόδημος , Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημος , Πίστη , Γνώση , Πνεύμα, Ορθός λόγος