Τό ἄρθρο αὐτό δημοσιεύθηκε στό περιοδικό «Ἐλεύθερη Πληροφόρηση», φύλλο 285, 16-9-2010
Φαρμακερές μνῆμες (α)-1
Μητροπολίτου Ἀττικῆς καί Μεγαρίδος Νικοδήμου
Τόν τελευταῖο καιρό, μετά τίς Συνοδικές αὐθαιρεσίες τοῦ περασμένου Μαΐου, γίνομαι ἀποδέκτης ἑτερόκλητων ἀντιδράσεων.
Μιά συντριπτική πλειοψηφία, πού ἔχει παρακολουθήσει ἀπό κοντά, μέ ἄδολο ἐνδιαφέρον καί μέ συνοχή ψυχῆς, τό βαπτισμό στήν κολυμπήθρα τῆς Ἱεροκανονικῆς ἀμάθειας, τοῦ ἐκτροχιασμένου πείσματος καί τῆς σκοτεινῆς σκοπιμότητας, τό προσωρινό δικαίωμα διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν Ἐπισκόπων καί τήν ἀνάδειξή του σέ ποινή, ἀρκετή καί ἱκανή νά ἀπομακρύνει ἀπό τούς μητροπολιτικούς θρόνους τους καί ἀπό τήν ὑπεύθυνη ἐπισκοπική τους διακονία, τούς τρεῖς ἀδελφούς τους, τόν Λαρίσης Θεολόγο, τόν Φαναριοφερσάλων Κωνσταντῖνο (μακαριστούς ἤδη) καί τόν Ἀττικῆς Νικόδημο, στέκεται πλάϊ μου, μέ διακριτική εὐγένεια καί μοῦ διαβιβάζει τό ἀποστολικό πρόσταγμα: «Γρηγορεῖτε, στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε κραταιοῦσθε» (Α΄ Κορινθ. ιστ΄ 13).
Μιά ἐκφυλλισμένη μειοψηφία, κατά τό πλεῖστο καμουφλαρισμένη στήν ἀνωνυμία ἤ στήν ψευδωνυμία τῶν πληθωρικῶν ἱστοσελίδων, διοχετεύει στά αὐλάκια τῆς ἐνημέρωσης τήν προσωπική ἤ τήν ὑπαγορευμένη ἄποψη, ὅτι ἡ ἀποδοχή ἐκ μέρους μου ὅλων τῶν «τετελεσμένων», θά φέρει τήν εἰρήνη στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καί τήν πρόοδο στό ποιμαντικό Της ἔργο.
Χρέος μου, νά δώσω ἐπαρκεῖς καί πειστικές ἐξηγήσεις καί στήν πρώτη καί στή δεύτερη ὁμάδα τῶν ἀγαπητῶν συνοδοιπόρων, πού βηματίζουν, μέ κριτικό μάτι καί μέ ἔκδηλη τήν ἀνησυχία τους, στήν αὐλή τῆς Ἐκκλησίας.
Τήν ἀπάντησή μου δέ θά τήν στοιχειοθετήσω μέ τήν κατάστρωση μόνο τῆς δικῆς μου διαλεκτικῆς ἤ καί μέ τήν ἐπικουρική ἐπιστράτευση τῶν θετικῶν καί τῶν ἀρνητικῶν ἐπισημάνσεων, πού διοχετεύτηκαν στή δημοσιότητα. Θά αἰφνιδιάσω, κυριολεκτικά, τούς ἀναγνῶστες μου, φέροντας μπροστά τους ἐπίσημα κείμενα, σκληρές δηλώσεις καί ἔντονες διαμαρτυρίες Συνοδικῶν μελῶν, πού ἀποφαίνονται, ὅτι ἡ ἐπιβολή τῶν ἐπιτιμίων τῆς ἀκοινωνησίας στούς τρεῖς ἀδελφούς τους καί ἡ πραξικοπηματική μεθόδευση μετάλλαξης τῶν ἐπιτιμίων σέ βαρύτατες ποινές, πού δικαιολογοῦν τήν ἀπομάκρυνσή τους ἀπό τήν καθέδρα τῆς ποιμαντικῆς τους εὐθύνης, εἶναι πράξη ἀσύμβατη μέ τό Ἐκκλησιαστικό Κανονικό Δίκαιο καί ἄγνωστη στή δισχιλιετή ἱστορία τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας.