Περιπατεῖν ἐν ἀληθείᾳ

Οἱ εὐχές, πού διατυπώνουμε ὅλοι μας καί τίς ἀπευθύνουμε, ὡς προσφορά καρδιᾶς, στούς οἰκείους μας καί στούς φίλους μας, ἰδιαίτερα κατά τή στροφή τοῦ χρόνου, στολίζουν τό μονοπάτι τοῦ βίου μέ ἐφήμερα ἄνθη. ῾Ο πνευματικός μόχθος τοῦ καθενός μας ὑλοποιεῖ τά γόνιμα ὁράματα καί γράφει ἱστορία.

Μέ τήν πεποίθηση αὐτή στερεωμένη στό νοῦ καί στήν καρδιά, κάνω ἕνα βῆμα πέρα ἀπό τίς τυποποιημένες, κατά συνθήκην, εὐχές καί ἀνοίγω μπροστά στούς ἀγαπητούς ἀναγνῶστες μου τή βίβλο τῶν πολύπλοκων σύγχρονων προβληματισμῶν, μέ εἰδική στόχευση στούς προβληματισμούς καί στίς ἀνησυχίες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας Σώματος. Πρόθεσή μου, νά ἐκτιμήσουμε, ἀπό κοινοῦ, τίς ἀναταράξεις τοῦ σημερινοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου. Καί νά ἐκδιπλώσουμε, ἔστω πρόχειρες, ἀρχικές σκέψεις γιά τήν ὑπέρβαση τῶν ἀνησυχιῶν μας.

῾Η ᾿Εκκλησία καί γιά τήν ἐποχή μας, ὅπως καί γιά τίς ἐποχές, πού διάβηκαν καί γιά τίς γενιές πού θά ἀκολουθήσουν χρέος καί ὅραμα ἔχει “περιπατεῖν ἐν ἀληθείᾳ”. Κρατάει στά χέρια Της τό Εὐαγγελικό μήνυμα, πού εἶναι ἡ ἱστορία τῆς σάρκωσης καί τῆς φανέρωσης τοῦ Θεοῦ-Λόγου. ῾Η ἀποκάλυψη τῆς ἀπόλυτης, ὑπερβατικῆς ᾿Αλήθειας. Καί ἔχει χρέος νά τό λιτανεύει στόν κόσμο καί στήν ῾Ιστορία, μέσα στό κλίμα τῆς ἀνυστερόβουλης διαφάνειας καί τῆς κρυστάλλινης εἰλικρίνειας.

῾Ο Εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης, στή δεύτερη ἐπιστολή του, γράφει: “᾿Εχάρην λίαν ὅτι εὕρηκα ἐκ τῶν τέκνων σου περιπατοῦντας ἐν ἀληθείᾳ, καθώς ἐντολήν ἐλάβομεν παρά τοῦ πατρός” (Β΄ ᾿Ιωάν. 4).

᾿Από τήν ἀνάγνωση αὐτῆς τῆς ἀποστολικῆς μαρτυρίας προκύπτει τοῦτο τό μήνυμα: Τό κάθε μέλος τοῦ ἱεροῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, ζώντας μέσα στό φῶς καί στήν ἀλήθεια πού ἅπλωσε στή γῆ μας καί στίς ἀνθρώπινες ψυχές ὁ σαρκωμένος Λόγος, ἔχει τήν ὑποχρέωση νά αὐτοπροσφέρεται στήν ἀλήθεια. Νά τήν κάνει προσωπικό του βίωμα. Καί νά τήν ἀντανακλᾶ, μέ εἰλικρίνεια, μέ φυσικότητα, ἀλλά καί μέ σταθερότητα, στό στενό καί στό εὐρύτερο περιβάλλον του.

Αὐτό τό χρέος βαρύνει ὅλο τό “πλῆθος τῶν πιστευσάντων” (Πράξ. δ΄ 32). ῾Ολόκληρη τήν Εὐχαριστιακή κοινότητα. Τή χαρισματική ἡγεσία Της. Καί τό σύνολο τῶν μελῶν Της. ῾Ο Εὐαγγελιστής τῆς πιστότητας καί τῆς ἀγάπης ἀπευθύνει τή δεύτερη αὐτή ᾿Επιστολή του σέ μιά ἐκκλησιαστική κοινότητα, χωρίς νά ἀναφέρει τή γεωγραφική ἑστία της καί τή σύνθεση τῶν μελῶν της. ᾿Αλλά, γράφοντας ὅσα γράφει, δέν κάνει καί καμμιά διάκριση ἀνάμεσα στούς ποιμένες της καί στό λαό. ῞Ολες οἱ διδαχές του καί ὅλες οἱ συμβουλές του προσφέ-ρονται μέ ἀγάπη στό σύνολο τῶν μελῶν τοῦ ἱεροῦ Σώματος. Καί στούς ποιμένες καί στό λαό. ᾿Ανοίγοντας δέ μιά παρένθεση, κοινοποιεῖ τή βαθειά ἱκανοποίησή του καί τήν ἄδολη χαρά του, γιατί βρῆκε στήν ἐκκλησιαστική αὐτή κοινότητα ἀνθρώπους πού περπατοῦσαν “ἐν ἀληθείᾳ”. Μέ δίψα γιά ἐγγύτερη προσέγγιση στό Πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι “ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή” (᾿Ιωάν. ιδ΄ 6). Μέ συνέπεια στήν προσωπική τους ζωή, γιά νά μή λοξοδρομοῦν ἀπό τήν “ὁδόν τῆς ἀληθείας” (Β΄ Πέτρ. β΄ 2). Καί μέ εὐαισθησία ἔμπρακτης μεταφορᾶς καί προσφορᾶς τῆς ἀλήθειας στίς ὑπάρξεις, πού τή λαχταροῦσαν καί τήν ἀναζητοῦσαν.

Τό νά κατέχουμε θησαυρισμένο στήν καρδιά μας τό μήνυμα τῆς ἀλήθειας καί νά περπατᾶμε μέ συνεταῖρο τή σκοπιμότητα καί τήν ἀναλήθεια ἀποτελεῖ διχασμό τοῦ προσώπου, ἀκύρωση τοῦ νοηματισμοῦ τῆς ὕπαρξης καί ἐκπεσμό στή διαλεκτική τοῦ “κόσμου”.

Εἶναι αὐτονόητο, ὅτι τό χρέος τοῦ “ἐν ἀληθείᾳ ζῆν” βαρύνει πρώτιστα τήν ἡγεσία τῆς ἐκκλησιαστικῆς Κοινότητας, πού δεσμεύεται μέ τήν ἀποστολική διαδοχή μέ τήν ὑπόσχεση νά στοιχεῖ στό παράδειγμα τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων καί μέ τήν εὐθύνη τῆς χαρισματικῆς ἀποστολῆς της.

* * *

Αὐτό εἶναι τό χρέος μας. ῾Η Εὐαγγελική προσταγή. Τό ἱερό βίωμα καί ἡ παράδοση τῶν ἁγίων μας. ῾Ωστόσο, εἶναι διαπιστωμένη καί ἀρχειοθετημένη στίς σελίδες τῆς ῾Ιστορίας μας ἡ βίαιη εἰσβολή στόν ἐκκλησιαστικό ὀργανισμό τοῦ θολοῦ πνεύματος τῆς σκοπιμότητας καί τῆς κοσμικῆς διπλοπροσωπίας.

῾Η φτιαχτή γλώσσα τῆς “κατά συνθήκην” εὐπρέπειας, ὁ φαρισαϊκός λόγος τῆς πλαστῆς πνευματικότητας, τά τεχνάσματα τοῦ ἐντυπωσιασμοῦ, πού ἀποβλέπουν στήν παραπλάνηση τῆς ἀνυποψίαστης μάζας εἰσχωροῦν στόν περίβολο τῆς ᾿Εκκλησίας καί ἐπηρεάζουν, σέ μικρότερο ἤ σέ μεγαλύτερο βαθμό, τά μέλη Της καί τή λειτουργικότητά Της. ῾Υποβαθμίζουν ἤ καί ψευτίζουν τούς θεσμούς. ᾿Αλλοτριώνουν τά ἐπί μέρους πρόσωπα. Καί μεταλλάσσουν τήν πλοκή τῆς καθημερινότητας.

Τίς δυό τάσεις τίς βρίσκει κανείς μπροστά του, μόλις ἐπιχειρήσει νά φυλλομετρήσει τόν ὀγκώδη τόμο τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας.

᾿Από τό ἕνα μέρος, οἱ Πατέρες μας καί οἱ ἅγιοί μας. Οἱ ἀδάμαντες τοῦ γνήσιου βίου καί τοῦ φωτεινοῦ, ἀληθινοῦ λόγου. Δέ χρησιμοποιοῦν, ποτέ τους, ξύλινη γλώσσα. Δέν ἀποκρύπτουν τίς δικές τους ἀδυναμίες. Καί δέν ὡραιοποιοῦν τήν καθημερινότητα. ᾿Αληθινοί, “ἐν φόβῳ Θεοῦ”, ὅταν προβάλλουν καί διδάσκουν τά Εὐαγγελικά γεγονότα καί τίς διδαχές τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Καί τίμιοι καί ἀληθινοί, ὅταν ἱστοροῦν τίς συμπεριφορές τῶν ἐκκλησιαστικῶν προσώπων, πού κυμαίνονται ἀπό τήν εἰλικρίνεια καί τή γνησιότητα ἴσαμε τήν κοσμική ἀπάτη.

᾿Από τό ἄλλο μέρος, ἐποχιακά ἐκκλησιαστικά πρόσωπα, μέ προνομιακές κοσμικές διασυνδέσεις, μέ θεσμικές ἐξουσίες καί δημόσια προβολή, δείχνουν νά παίζουν ἕνα παιχνίδι ἐντυπώσεων. Νά προσπαθοῦν νά μαγνητίσουν τήν προσοχή καί τήν ἀφοσίωση τοῦ πλήθους μέ πονηρές ἐπικαλύψεις τῶν ἀνομιῶν τους καί μέ φωτοβολίδες ὑποσχέσεων.

῾Η παράδοση τῆς εἰλικρίνειας, πού ἀποτελεῖ τήν κληρονομιά τῶν ἁγίων Πατέρων μας, εἶναι τό μεγάλο κεφάλαιο τῆς ᾿Εκκλησίας μας.

Οἱ ἀνομίες τῶν ἀνθρώπων τῆς ἀνειλικρίνειας καί τοῦ ψεύδους ἀποτελοῦν τίς ἀνοιχτές πληγές τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας Σώματος.

* * *

Στήν ἐποχή μας, πέρα ἀπό τόν πειρασμό τῆς δημόσιας προβολῆς, πού τρέχει σταθερά στή λεωφόρο τῆς ἱστορίας, λειτουργεῖ καί ἕνας μηχανισμός τεχνολογικός, πού κατακαίει τήν εἰλικρίνεια, ἰδιαίτερα στίς τάξεις τῆς ἡγετικῆς ὁμάδας τῆς ᾿Εκκλησίας μας. Πρόκειται γιά τήν ἐπιστήμη ἤ τήν τεχνική τῆς ἐπικοινωνίας πού διαπραγματεύεται καί ρυθμίζει, κατ᾿ ἀποκλειστικότητα, τό ἄνοιγμα καί τήν πρόσβαση τῆς ὁποιασδήποτε σύγχρονης ἡγεσίας στό λογισμό καί στό συναίσθημα τῆς ἀνοιχτῆς, δυσεξαρίθμητης λαϊκῆς μάζας.

Στόν κοσμικό χῶρο, τίποτα δέν γίνεται, ἄν δέν περάσει ἀπό τήν ἐπεξεργασία τῶν μάγων τοῦ ἐντυπωσιασμοῦ. ῎Αν δέν μελετηθεῖ, μέ κάθε δυνατή λεπτομέρεια, ὁ τρόπος πού θά παρουσιαστεῖ τό πρόβλημα ἤ τό σχεδίασμα ἀντιμετώπισής του, στά Μέσα τῆς Μαζικῆς ᾿Ενημέρωσης, ἔτσι, πού νά διεγείρει τό ἐνδιαφέρον, νά πείσει, νά αἰχμαλωτίσει. ᾿Ακόμα καί ἡ πιό μικρή λεπτομέρεια, ἡ στάση καί ἡ κίνηση τοῦ δημόσιου προσώπου, πού θά στηθεῖ μπροστά στήν τηλεοπτική κάμερα, ζυγίζονται καί ὑπολογίζονται. Γιά νά μήν ὑποκινήσουν τήν παραμικρή ὑποψία. ᾿Αλλά γιά νά ὑπηρετήσουν τό στόχο, τή συνειδησιακή ὁμηρία τοῦ ἀνοχύρωτου πλήθους.

* * *

Δέν πιστεύω πώς θά βρεθεῖ ἄνθρωπος πού θά ἀμφιβάλλει ὅτι τό σαρωτικό αὐτό ρεῦμα ἔχει εἰσβάλει στόν ἐκκλησιαστικό μας χῶρο καί ἔχει ἀνατρέψει τήν Εὐαγγελική καί Πατερική μας παράδοση τῆς ἄκαμπτης εὐθύτητας καί τῆς ἀπόλυτης εἰλικρίνειας. Τό μικρόφωνο καί ἡ κάμερα ἔσυραν τήν ἐκκλησιαστική ἡγεσία στήν ἄμετρη ὑποκρισία. ῎Εφτιαξαν ἕνα ψεύτικο προφίλ, πού διακινεῖται μέ στόχο τήν ἐπαύξηση τῶν πόντων τῆς δημοτικότητας καί ὄχι τόν εὐαγγελισμό καί τή διδαχή τῆς ἀλήθειας. ῾Υπηρεσίες δημόσιων σχέσεων βρίσκονται ὀργανωμένες σέ κάθε κλιμάκιο τῆς ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης. Εἰδικοί τεχνοκράτες ἀμείβονται λιπαρά, γιά νά σκηνοθετοῦν τίς δημόσιες ἐμφανίσες τῶν ὑποτιθέμενων διαδόχων τῶν ἁγίων ᾿Αποστόλων καί τῶν διδασκάλων τῆς Οἰκουμένης. Φωτογραφικό ὑλικό συγκεντρώνεται γιά νά κατακυρώσει τή μετοχή τοῦ προσώπου στίς ποικίλες δημόσιες ἐκδηλώσεις καί νά ἐντυπωσιάσει μέ τή σώρευση τῶν ἀξεσουάρ τοῦ ἀξιώματος. Λόγοι κολακευτικοί ἐκφωνοῦνται γιά νά ἀνεβάσουν, ὅσο τό δυνατό ψηλότερα, τό πλαστό γόητρο. Καί ὅλα αὐτά, μέ τή φαρισαϊκή ἐπένδυση τοῦ ἱεραποστολικοῦ ζήλου καί μέ τή φρούδη ἐλπίδα, ὅτι θά αἰχμαλωτίσουν “πᾶν νόημα εἰς τήν ὑπακοήν τοῦ Χριστοῦ” (Β΄ Κορινθ. ι΄ 5).

* * *

Τά ποικίλα αὐτά νεοφανή σχήματα τοῦ κόσμου ποιά θέση ἔχουν μέσα στήν ᾿Εκκλησία;

Ποιά σχέση ἔχει ὁ πολιτικός ἐξώστης μέ τό ῾Ιερό Θυσιαστήριο;

Στόν πολιτικό ἐξώστη ἐκφέρεται ἕνα πρόγραμμα ἤ ἕνα διάγελμα, πού κύριο στόχο ἔχει τήν ἄγρα ὀπαδῶν. Καί, πού ἡ φιλοσοφία του ὄχι μόνο δέν ἀναιρεῖ τήν τεχνική τῆς δημόσιας συναρπαγῆς, ἀλλά τήν προϋποθέτει, τήν καλλιεργεῖ ἐξαντλητικά καί τήν ἐκμεταλλεύεται ἄγρια.

Στό ῾Ιερό Θυσιαστήριο θυσιάζεται ὁ “᾿Αμνός τοῦ Θεοῦ” καί προσφέρεται, ἀπερίτμητη, ἡ ᾿Αλήθεια. “῾Ο λόγος ὁ σός ἀλήθειά ἐστι” (᾿Ιωάν. ιζ΄ 17). Καί ἡ ἐκφορά αὐτοῦ τοῦ λόγου δέν ἐπιδέχεται παρεμβάσεις ἤ ψεύτικους στολισμούς ἤ μεθοδεύσεις κοσμικῆς προπαγάνδας.

Ποιά σχέση ἔχει ὁ κατηγορηματικός λόγος τοῦ Κυρίου μας: “ἔστω δέ ὁ λόγος ὑμῶν ναί ναί, οὔ οὔ τό δέ περισσόν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν” (Ματθ. ε΄ 37) μέ τούς ἀνούσιους προγραμματισμούς ἤ μέ τίς δόλιες ἀποκρύψεις τῆς θλιβερῆς παρακμῆς;

῾Η τεχνική πού τή χαρακτηρίζουν οἱ ἄνθρωποι “τοῦ αἰῶνος τούτου” ὡς πολιτική εὐελιξία καί ἡγετικό προσόν ἐκείνων πού αὐτοπροβάλλονται, γιά νά κυβερνήσουν τά πλήθη δέν ἔχει καμμιά θέση στόν ἄμβωνα ἤ στίς στῆλες τῆς ἐκκλησιαστικῆς δημοσιογραφίας.

Ποιά σχέση ἔχει ἡ διακριτική σιωπή καί ἡ ἀπόκρυψη τῆς εὐεργεσίας, πού ἀποτελοῦν ἐντολή τοῦ Κυρίου μας: “῞Οταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μή σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταί ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καί ἐν ταῖς ρύμαις, ὅπως δοξασθῶσιν ὑπό τῶν ἀνθρώπων” (Ματθ. στ΄ 2), “σοῦ δέ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου” (Ματθ. στ΄ 3), “ὅταν ποιήσητε πάντα τά διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὅ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν” (Λουκ. ιζ΄ 10), μέ τή δημοσιοποίηση ἀκόμα καί τῶν πιό εὐτελῶν ἐνασχολήσεών μας καί μέ τή διαφήμιση τῶν ἔργων μας, ὡσάν νά ἀποτελοῦν μοναδική προσφορά στήν ἀνθρωπότητα;

Πῶς λησμονήσαμε ὅτι ἡ σιωπή εἶναι περισσότερο σεβαστή καί ἐπιβλητική καί ἀπό τήν κραυγαλέα παρουσίαση ἐκκλησιαστικῶν ἔργων, πού καταλήγουν στήν ἀπαξίωση καί στήν περιφρόνηση; ᾿Εκεῖνα τά παραδείγματα σιωπῆς καί ἀπόκρυψης τῶν ἁγίων μας, πού ἔχουν σφραγίσει τήν ἐκκλησιαστική μας ἱστορία, μαρτυροῦν πώς ἡ διακριτική σιωπή εἶναι ὁ δυναμικότερος δάσκαλος. ᾿Εγγράφει, ἀνεξίτηλα, τίς συμπεριφορές τῶν ἁγίων στίς καρδιές τῶν μεταγενέστερων γενεῶν.

Ποιά σχέση ἔχει ἡ ᾿Αποστολική καί Πατερική λιτότητα καί ἡ συνειδητή ἀποδέσμευση ἀπό τά ὑλικά ἀγαθά μέ τήν ἐσκεμμένη προβολή χρυσοφορεμένων λειτουργῶν στήν ἐξέδρα τῶν διάσημων τοῦ πλούτου καί τῆς ἄμετρης χλιδῆς;

῾Η παραγγελία τοῦ Κυρίου μας εἶναι νά πλουτοῦμε ὄχι σέ ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά “ἀγαθοεργεῖν, πλουτεῖν ἐν ἔργοις καλοῖς” (Α΄ Τιμοθ. στ΄ 18).

* * *

Αὐτό εἶναι τό σταθερό καί ἀπαρασάλευτο μήνυμα, πού ἐκπέμπεται ἀπό τούς ἁγίους ᾿Αποστόλους καί ἀπό τούς φωτισμένους Πατέρες μας καί ἀπευθύνεται ὄχι στή φιλόμουση διάνοιά μας, ἀλλά στήν ἀνήσυχη προβληματική μας καί στήν καρδιά μας. Μέ τήν προσευχή ὅλων μας καί μέ τή φροντίδα ὅλων μας, πρέπει νά ἐπανεντροχιαστεῖ ἡ ἁγία μας ᾿Εκκλησία στό κλίμα τῆς διάφανης εἰλικρίνειας. “Καθώς ἐξελέξατο ἡμᾶς ἐν αὐτῷ πρό καταβολῆς κόσμου εἶναι ἡμᾶς ἁγίους καί ἀμώμους κατενώπιον αὐτοῦ, ἐν ἀγάπῃ” (᾿Εφεσ. α΄ 4).

Θά μέ ρωτήσετε, πῶς εἶναι δυνατόν νά γίνει αὐτό, μέ πρωτοβουλία ὄχι τῆς ἡγεσίας τοῦ Σώματος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλά μιᾶς μικρῆς ἤ μεγάλης ὁμάδας μελῶν Της;

῾Η ἀπάντησή μου ἔχει δυό σκέλη.

  1. Τό βίωμα, τό προσωπικό βίωμα τοῦ ἑνός ἀνθρώπου, εἶναι φορέας μηνύματος. Εἶναι “ἄγγελος Θεοῦ”, πού εὐαγγελίζεται “τήν ἐλπίδα τήν ἀποκειμένην ἐν τοῖς οὐρανοῖς” (Κολασ. α΄ 5). Δύναμη, πού καθοδηγεῖ “ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους εἰς τήν βασιλείαν τοῦ υἱοῦ τῆς ἀγάπης”(στ. 13). ῎Αν ἡ ἀρχή αὐτή ἰσχύει γιά ὅλες τίς ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ἰσχύει, πολύ περισσότερο, γιά τή φωτεινότητα καί τή θερμότητα τῆς εἰλικρίνειας. Τό “ἐν ἀληθείᾳ περιπατεῖν” εἶναι λύχνος “ἐπί τήν λυχνίαν καί λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ”(Ματθ. ε΄ 15).
  2. Παράλληλα, ἡ εἰλικρίνεια ἀποτελεῖ αἴτημα, πού διατυπώνεται μέ εὐθύτητα καί μέ ἀνυποχώρητη σταθερότητα. Καί ὑποχρεώνει τούς “ἐπ᾿ ἐξουσίαις” νά ἀποβάλουν τό χιτώνα τοῦ φαρισαϊσμοῦ, τήν τακτική τῆς ἐπίδειξης καί τῆς ψεύτικης ἐντιμότητας καί νά υἱοθετήσουν τήν κρυστάλλινη εἰλικρίνεια καί τήν “κατενώπιον αὐτοῦ (τοῦ Θεοῦ), ἐν ἀγάπῃ” (᾿Εφεσ. α΄ 4) ἔντιμη συμπεριφορά.

῎Αν μείνουμε στό περιθώριο, θρηνώντας γιά τόν ἐκπεσμό τῆς Εὐαγγελικῆς εἰλικρίνειας καί διαφάνειας στήν ποιότητα τῆς ἐμπορευματικῆς ἐπικοινωνιακῆς τεχνικῆς, δέν ἀνταποκρινόμαστε στό χρέος μας καί στή συνειδησιακή μας πρόκληση. Εὔκολο νά ἐκτοξεύεις, ἀπό μακριά, λεκτικά βέλη στούς κλειστούς τοίχους τῆς “εὐφραινομένης λαμπρῶς” ἐκκλησιαστικῆς νομενκλατούρας. ᾿Αλλά ἀνώφελο. Δέν ἀνοίγουν τά ἑρμητικά κλεισμένα παράθυρα τῆς ἀναισθησίας. Καί δέν προσανατολίζουν πρός τό φωτεινό ὁρίζοντα τῆς Εὐαγγελικῆς καθαρότητας. Τό αἴτημα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, πού εἶναι ζωτική ἀνάγκη τῆς ἐποχῆς, πρέπει νά διατυπωθεῖ μέ σαφήνεια καί μέ σταθερότητα. Καί, πρό παντός, μέ θερμή, ἀδιάλειπτη, προσευχή.

Ο ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ

ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

← Ἐπιστροφή

Πηγή: www.attikisnikodimos.gr

Εκκλησία , Αττικής Νικόδημος , Αλήθεια , Βίωμα , Παράδοση , Επίσκοπος , Δημόσιες σχέσεις , ΜΜΕ , Δημοτικότητα , Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημος , Εκκλησιολογία