“Οὐδέν ἄνθρωπος καί μέγα ἄνθρωπος”

 

Τό μέγεθος “ἄνθρωπος” ἡ πολύτιμη καί ἀδιαπραγμάτευτη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι εὔκολα μετρητό καί σταθμητό. Δείχνεται μικρό καί ἀσήμαντο. Καί ἀποκαλύπτεται μέγα, ἐφευρετικό καί χαρισματικά ἐπιδέξιο. Τόν ἄνθρωπο ἄν τόν προβάλεις στό ἀπέραντο καί ἀπροσμέτρητο σύμπαν, θά τόν προσδιορίσεις ὡς ἀδιόρατο κόκκο. Ἄν τόν συναπαντήσεις κατά τίς ὧρες, πού παλεύει μέ τά θεριεμένα κύματα τοῦ βίου, θά τόν χαρακτηρίσεις ταλαίπωρο. Ἄν, ὅμως, ἀποβλέψεις στή μοναδική καί ἀτίμητη προικοδοσία του, στόν ἡγεμόνα νοῦ, πού ἐμπλουτίζει τό ὀστράκινο, ἀνθρώπινο σκεῦος του μέ αὐτοσυνειδησία καί εἰσδυτική ἱκανότητα, θά νοιώσεις νά ὀρθώνεται μπροστά σου τό ἀνυπέρβλητο μεγαλεῖο του. ῾Η βιολογική του ὑπόσταση μετράει χρόνια. Καί δουλεύει στούς ἀδυσώπητους νόμους τῆς φθορᾶς. ῾Η πνευματική του συγκρότηση μαρτυρεῖ θεία προέλευση. Καί τόν ἀνυψώνει στό βάθρο τῆς ὑπεροχῆς καί τῆς κατακυρωμένης ὑπεραξίας.

Δουλεύοντας μέσα μου αὐτή τή σύνθεση τῶν δυό ἀκραίων μεγεθῶν, συντονίστηκα, αὐθόρμητα, μέ τήν κρίση καί τή θαυμαστική ἀναφώνηση τοῦ φωστήρα τῆς Καισάρειας, τοῦ μεγάλου Βασιλείου: “οὐδέν ἄνθρωπος καί μέγα ἄνθρωπος”. Τίποτα δέν εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καί μέγα εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Μεταφέρω αὐτούσια τήν κριτική του παρατήρηση:

“᾿Εγώ σκεπτόμουν, πῶς εἶναι μέγας ὁ ἄνθρωπος; Αὐτός, πού εἶναι ἐφήμερος καί πού ὑπόκειται σέ μύρια παθήματα; Αὐτός, πού, ἀπό τή γέννησή του ἴσαμε τά γηρατειά του, ὑποφέρει καί ἐξαντλεῖται στήν ἐπιδρομή ἑνός σμήνους κακῶν; Καί γιά τόν ὁποῖο ἔχει λεχθεῖ: “Κύριε, τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὥστε νά τοῦ φανερωθεῖς;” Καί, ἄν ὁ Ψαλμωδός καταφρονεῖ, σάν εὐτελές τό ζωντανό πλάσμα, τόν ἄνθρωπο, ἡ Παροιμία τόν τιμάει, ὡς κάτι μεγάλο.

Ἀλλά, αὐτή τήν ἀπορία μου τήν ἔλυσε ἡ ἱστορία τῆς γενέσεως τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν τή διάβασα. Γιατί, μόλις τή διαβάσαμε, ἀκούσαμε, ὅτι ὁ Θεός ἔλαβε “χοῦν ἀπό τῆς γῆς” καί ἔπλασε τόν ἄνθρωπο. Σ᾿ αὐτό τό λόγο βρῆκα καί τά δυό. Ὅτι δέν εἶναι τίποτα ὁ ἄνθρωπος. Καί ὅτι εἶναι μεγάλο δημιούργημα ὁ ἄνθρωπος. Ἄν ἀποβλέψεις μόνο στή φύση του, θά διαπιστώσεις, πώς ἐξισώνεται μέ τό μηδέν καί πώς ἡ ἀξία του εἶναι μηδενική. Ἄν, ὅμως, ἀποβλέψεις στήν τιμή, μέ τήν ὁποία τιμήθηκε, εἶναι μεγάλο πράγμα ὁ ἄνθρωπος.

Καί ποιά εἶναι ἡ τιμή; “Εἶπε ὁ Θεός, νά γίνει φῶς. Καί ἔγινε φῶς”.

Σύγκρινε τή γένεση τοῦ ἀνθρώπου μέ τή γένεση τοῦ φωτός. ᾿Εκεῖ, τότε, εἶπε “Νά γίνει στερέωμα”. Καί ὁ μεγάλος οὐρανός ἁπλώθηκε πάνω ἀπό μᾶς, ἀφοῦ δημιουργήθηκε μόνο μέ τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Τά ἀστέρια καί ὁ ἥλιος καί τό φεγγάρι καί ὅλα ὅσα τά ἀτενίζουμε μέ τά μάτια μας καί ὅλα τά μεγέθη, πού τά διακρίνουμε στά ὕψη, ἀπόκτησαν τήν ὕπαρξη μόνο μέ τό θεϊκό λόγο. Καί ἡ θάλασσα καί ἡ γῆ, μέ τή διακόσμηση, πού βρίσκεται σ᾿ αὐτές καί τά παντοειδῆ γένη τῶν ζώων καί οἱ διάφορες ποικιλίες τῶν φυτῶν, ὅλα ἔχουν γίνει μέ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ.

Καί ὁ ἄνθρωπος πῶς ἔγινε; Δέ λέχτηκε· “῎Ας γίνει ἄνθρωπος”, ὅπως λέχτηκε “ἄς γίνει στερέωμα”. Ἀλλά βλέπεις κάτι περισσότερο στόν ἄνθρωπο. Παραπάνω ἀπό τό φῶς. Παραπάνω ἀπό τόν οὐρανό. Παραπάνω ἀπό τούς φωστῆρες, πού φέγγουν στόν οὐρανό. Πάνω ἀπό ὅλα ἡ γένεση τοῦ ἀνθρώπου. “῎Ελαβε ὁ Κύριος ὁ Θεός”. Ἀποφασίζει νά πλάσει, μέ τά ἴδια Του τά χέρια, τό σῶμα μας. Δέ διέταξε ἕνα ἄγγελο νά τό πλάσει. Δέ μᾶς ξέχυσε, αὐτόματα, ἡ γῆ, ὅπως ξεχύνει τά τζιτζίκια. Δέ διέταξε στίς λειτουργικές δυνάμεις, πού τόν δορυφοροῦν, νά κάνουν αὐτό ἤ ἐκεῖνο. Ἀλλά, μέ τό ἴδιο Του τό χέρι (ὡς τεχνίτης φιλοτεχνεῖ) ἔπιασε γῆ. ῞Οταν προσέξεις αὐτό τό ὑλικό, πού ἔπιασε, τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος; Ὅταν, ὅμως, σκεφτεῖς, ποιός εἶναι ᾿Εκεῖνος, πού τόν ἔπλασε, τότε θά καταλάβεις, πώς εἶναι μέγα πλάσμα ὁ ἄνθρωπος. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος εἶναι, ταυτόχρονα, μηδέν ἐξ αἰτίας τῆς ὕλης, ἀπό τήν ὁποία πλάστηκε καί μέγα δημιούργημα ἐξ αἰτίας τῆς τιμῆς” (“Περί τῆς τοῦ ἀνθρώπου γενέσεως”).

Ο ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ
ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

Σύνδεσμος ἄρθρου: https://www.attikisnikodimos.gr/9-arthro/305-ouden-anthropos-kai-mega-anthropos.html

← Ἐπιστροφή

Πηγή: www.attikisnikodimos.gr

Αττικής Νικόδημος , Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημος , Ανθρωπολογία , Νους , Φθορά