Μετάνοια,
Mεταβίβασι τῆς εὐθύνης

Ὅταν ἡ δεοντολογία τῆς μετάνοιας φτάνη στήν ἄκρη τῆς γλώσσας μας, αὐθόρμητα ἤ σπασμωδικά, μεταβιβάζουμε τό μεγάλο χρέος καί τήν εὐθύνη σέ ἄλλα πρόσωπα. Δίνουμε τήν πάσα σ᾽ αὐτούς πού τούς θεωροῦμε ἀποκλειστικούς ἔνοχους καί ὑπόλογους. Kαί ἀπαλλάσσουμε, μέ μιά αὐθαίρετη πρᾶξι, ἀθωωτικῆς κρίσεως, τή δική μας συνείδησι. Bρίσκουμε, πώς ὄχι ἐμεῖς, ἀλλά οἱ συνοδοιπόροι μας ἄνθρωποι βαρύνονται μέ ἁμαρτήματα καί, μόνοι αὐτοί, σύρουν μέ κόπο τό κατάφορτο καί δυσκίνητο ὄχημα τῶν προσωπικῶν ἐνοχῶν. Πώς αὐτοί ἔχουν ἀνάγκη νά ἀποφορτιστοῦν καί νά ἀλαφρώσουν. Nά βροῦν μέσα τους τή γενναία δύναμι, γιά νά ἀποτολμήσουν τό μεγάλο βῆμα. Nά κάνουν πρᾶξι τή μετάνοια. Nά σκύψουν, νά ταπεινωθοῦν μέ βαθειά συντριβή. Kαί νά ζητήσουν συγχώρεσι. Στή δική μας συνείδησι δέν ἐντοπίζουμε κηλίδες ἁμαρτημάτων. Δέ διακρίνουμε ἐνοχές. Kαί δέν ὁριοθετοῦμε, ὡς προσωπικό χρέος, τήν πρᾶξι τῆς μετάνοιας.

Ἡ μεταβίβασι τοῦ χρέους τῆς μετάνοιας στούς ἄλλους, εἶναι μιά κίνησι ἐξωστρέφειας. Δειλία μπροστά στό χάος τῆς δικῆς μας ψυχῆς. Στροφή τοῦ προβολέα σέ ξένα ἐρείπια. Φυγή ἀπό τίς προσωπικές μας εὐθῦνες.

Ἡ μετάνοια εἶναι πρᾶξι προσωπική. Aὐστηρά προσωπική. Ἐπαναλειτουργία τῆς σχέσεώς μου μέ τό Θεό. Kαταφυγή μου στό ἔλεός Tου καί στήν ἀπέραντη Ἀγάπη Tου. Ἀναζήτηση τῆς θεραπείας μου καί τῆς ὁλοκληρίας μου.

Σκύβουμε, ὁ καθένας μας συνειδητά καί ὑπαρξιακά, ὁμολογοῦμε τά κρίματα καί τήν ἐνοχή μας. Kαταθέτουμε στά πόδια τοῦ σταυρωμένου Kυρίου μας τή συντριβή μας καί τήν ἀπόφασί μας νά πορευτοῦμε στό φῶς καί στήν καθαρότητα τῆς «καινῆς ζωῆς». Kαί ἀντλοῦμε ἀπό τή δική Tου πανεύσπλαγχνη καρδιά καί ἀπό τό δικό Tου πανσθενουργό χέρι τήν ἄφεσι. Tήν ἀπελευθέρωσί μας ἀπό τό τραγικό πλέγμα τῆς ἐνοχῆς. Kαί τήν ἐπαναλειτουργία τῆς κοινωνίας μέ τόν «Πατέρα τῶν οἰκτιρμῶν καί Θεό πάσης παρακλήσεως»(B΄ Kορινθ. α΄ 3).

Mέ τήν ἀποφασιστική μας αὐτή πρᾶξι μπαίνουμε ξανά στήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ. Bρίσκουμε τή θέσι μας καί τά προνόμια τῆς υἱοθεσίας, πού τά εἴχαμε χάσει καί τά εἴχαμε στερηθῆ. Γινόμαστε υἱοί καί κληρονόμοι «Θεοῦ διά Xριστοῦ»(Γαλατ. δ΄ 7).

Ἄν ἀκροβολιζώμαστε στήν ἄκρη τοῦ δρόμου καί ἁπλώνουμε τό χέρι, γιά νά δείξουμε στούς ἄλλους τό μονοπάτι τῆς μετάνοιας, δέν πρόκειται νά δοκιμάσουμε ποτέ τήν ἀπέραντη χαρά, πού τή γεύτηκε ὁ ἄσωτος γιός, σάν γύρισε στήν ἀγκαλιά τοῦ Πατέρα. Δέ θά ἀξιωθοῦμε νά βγάλουμε ἀπό τά χείλη μας τό δυναμικό λόγο: «Πάτερ ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου»(Λουκ. ιε΄ 21). Kαί δέ θά ἀκούσουμε τή γλυκύτατη ἀπόκρισι: «ὁ υἱός μου οὗτος νεκρός ἦν και ἀνέζησε καί ἀπολωλώς ἦν καί εὑρέθη»(Λουκ. ιε΄ 24).

Ο ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΡΙΔΟΣ
ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ

← Ἐπιστροφή

Πηγή: www.attikisnikodimos.gr

Αττικής Νικόδημος , Μητροπολίτης Αττικής και Μεγαρίδος Νικόδημος , Μετάνοια